Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Γιατροί της επαρχίας: τρεις στους τρεις, άχρηστοι



Πριν ένα μήνα η κόρη μου έσβησε στην τούρτα γενεθλίων της το πρώτο κεράκι.

Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα άτιμα.
Σαν χθες την πρωτοαντίκρυσα εκεί στην αίθουσα τοκετών του μαιευτηρίου και σκεφτόμουν την παράλογη ταλαιπωρία στην αρχή και λίγο πριν το τέλος της εγκυμοσύνης.

Μερικούς μήνες πριν, όταν ακόμα είχα καθυστέρηση, επικοινώνησα με τον επί χρόνια πολύ καλό φίλο και γυναικολόγο μου στην Αθήνα, Δημήτρη Τρ. (σημ. τα τελευταία δύο χρόνια είχα μετοικήσει στην επαρχία). 
Μου συνέστησε να κάνω μία εξέταση αίματος, τη γνωστή βήτα χοριακή που μετρά την ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη" (β-HCG) στο αίμα και τα αποτελέσματα της δίνονται σε περίπου μία ώρα.

Απευθύνθηκα σε τοπικό μικροβιολογικό ιατρείο και απουσία του μικροβιολόγου, τη λήψη μου έκανε γυναικολόγος-συνεργάτης, ο οποίος αφού με ενημέρωσε ότι τα αποτελέσματα θα καθυστερούσαν λίγο, με διαβεβαίωσε ότι μόλις τα είχε στα χέρια του ο ίδιος, θα με ενημέρωνε τηλεφωνικά.

Περιττό να σας πω ότι δεν με κάλεσε ποτέ.
Ούτε απολογήθηκε, ούτε μου ζήτησε επανεξέταση. Ούτε κι εγώ ξαναπέρασα το κατώφλι του ιατρείου τους.

Τότε ο Δημήτρης μού συνέστησε να κάνω απευθείας έναν υπέρηχο.
Απευθύνθηκα σε άλλο τοπικό γυναικολόγο, του οποίου το ιατρείο ήταν βρώμικο κι εντελώς προχειροφτιαγμένο: αποξηραμένα καλάμια σε κάτι πεπαλαιωμένα βάζα, δύο παράταιροι μπαμπού καναπέδες με φθαρμένα μαξιλάρια, ορατή σκόνη παντού κι ένα χάρτινο φωτιστικό στο ταβάνι.
Αυτός ο επιστήμονας όταν με κάλεσε να με εξετάσει, με παρότρυνε να φορέσω ένα ζευγάρι ροζ παντόφλες τις οποίες φορούσαν όλες οι εξεταζόμενες του, καθώς και μία υφασμάτινη φούστα, την οποία επίσης μοιράζονταν όλες οι εξεταζόμενές του.
Εννοείται ότι προτίμησα να περιηγηθώ στο εξεταστήριο χωρίς αυτά, φορώντας εκτός από τη γύμνια μου, μια μάσκα παγερής υπερηφάνειας, ενώ μέσα μου αναθεμάτιζα την ανάγκη που με έστειλε σε αυτό το καταγώγιο.


Αφού με εξέτασε με κολπικό υπέρηχο, απεφάνθη ότι καλά θα έκανα να βγάλω την εγκυμοσύνη από το μυαλό μου, διότι είχα έναν πολύποδα τον οποίο θα έπρεπε να αφαιρέσω άμεσα.
Προθυμοποιήθηκε να μου κάνει ο ίδιος την επέμβαση, στο μεγάλο νοσοκομείο μία ώρα μακριά από τη μικρή επαρχιακή πόλη όπου διαμένω, αλλά ευγενικά τον ενημέρωσα ότι προτιμούσα να κάνω κάτι τέτοιο στην Αθήνα, διά χειρός ανθρώπου-φίλου και γιατρού που εμπιστευόμουν περισσότερο (έτσι ακριβώς του είπα).

Τρομοκρατημένη πήρα τηλέφωνο τον Δημήτρη, που με συμβούλεψε να κατέβω Αθήνα το συντομότερο για να με δει και να εκτιμήσει ο ίδιος την κατάσταση.

Την επόμενη ημέρα κιόλας, νωρίς το πρωί, αναχωρήσαμε με το σύζυγό μου για την Αθήνα, μαζί με το βαλιτσάκι νοσοκομείου που είχα ετοιμάσει.
Το ραντεβού μας με τον Δημήτρη για εξέταση στο ιατρείο του, έγινε το ίδιο απόγευμα.
Θυμάμαι ήμουν τρομοκρατημένη όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι της εξέτασης και περίμενα να ακούσω από τον ίδιο την επικινδυνότητα της κατάστασης, καθώς και την ημέρα που θα εισαχθώ στο χειρουργείο για την αφαίρεση του πολύποδα.

Εκείνος όμως δεν έδειχνε ταραγμένος, ίσα-ίσα, τα μάτια του έλαμπαν πίσω από τα γυαλιά του. 
«Σίγουρα δεν είναι πολύποδας», μου είπε σε κάποια στιγμή κρυφογελώντας. 
«Δηλαδή, δεν θα χρειαστεί να χειρουργηθώ;» ρώτησα έντρομη.
«Ίσως και να χρειαστεί να μπεις χειρουργείο, αλλά σε 7,5 περίπου μήνες από τώρα και μόνο σε περίπτωση που δεν θα είναι φυσιολογικός ο...τοκετός»!

Τον φόβο διαδέχθηκε η χαρά στο άκουσμα της εγκυμοσύνης, αλλά τη χαρά διαδέχθηκε και πάλι ο φόβος!
Πώς θα περνούσαν οι μήνες της εγκυμοσύνης εκεί στην επαρχία, με γιατρό να με παρακολουθεί από μακριά;

Ευτυχώς, οι μήνες πέρασαν εύκολα και χωρίς παρατράγουδα.
Η εγκυμοσύνη μου ήταν από τις «εύκολες» κι έκανα τους βασικούς μεγάλους υπέρηχους στην Αθήνα, όπου πηγαινοερχόμασταν με το σύζυγό μου -και το σκύλο μας κάποιες φορές- αυθημερόν, μη υπολογίζοντας τις πέντε ώρες δρόμο να πάμε κι άλλες τόσες για να επιστρέψουμε.

Γύρω στον έβδομο μήνα είχα έντονα πονάκια χαμηλά και ο Δημήτρης μου συνέστησε να κάνω έναν απλό υπέρηχο σε κάποιον τοπικό γιατρό, για να δούμε μην τυχόν κι ετοιμαζόμουν για πρόωρο τοκετό.
Ο τοπικός γιατρός που κατ’ εξαίρεση δέχθηκε να με εξετάσει ημέρα που το ιατρείο του δεν λειτουργούσε, κάλεσε και τη μαία του, γιατί όπως διαπίστωσα, αυτός ανήκε στην κατηγορία των «μεγαλογιατρών» και η μαία τού ήταν απαραίτητη για να ρίχνει το τζελ στην κοιλιά, πριν εκείνος τοποθετήσει την κεφαλή του υπερήχου.

Προηγουμένως, μπαίνοντας στο ιατρείο του και πριν καν με εξετάσει, απλά διέγνωσε ότι έχω ουρολοίμωξη (διάγνωση από την ίριδα δεν μου είχε ξαναγίνει).
Τελικά ο υπέρηχος έδειξε ότι το κοριτσάκι μου είχε πάρει μία επώδυνη για μένα θέση (την οποία άλλαξε την επόμενη κιόλας ημέρα) αλλά εκείνος επέμενε και στην αρχική του θεωρία, περί ουρολοιμώξεως.

Αφού μας χρέωσε 100 ευρώ μόνο για τον καρδιοτοκογράφο, όπως είπε, τον οποίο έθεσε σε λειτουργία για μόλις 5 λεπτά -στα μαιευτήρια της Αθήνας οι έγκυες εξετάζονται δωρεάν για τουλάχιστον 15-20 λεπτά- φύγαμε με μία μόνο σκέψη: να μη χρειαστεί να βρεθώ ξανά εγώ, αλλά και καμία άλλη γυναίκα έγκυος ή όχι, στην ανάγκη αυτών των «επιστημόνων».

Τρεις στους τρεις, είναι πολύ...

http://www.eyedoll.gr//ngine/article/2521/γιατροί-της-επαρχίας-τρεις-στους-τρεις-άχρηστοι

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Το τέλειο αρσενικό


Σε κάθε γειτονιά, σε κάθε κοινωνία, υπάρχει ο «ωραίος».

Ο γκόμενος, το αρσενικό της διπλανής πόρτας, ο είναι-δεν είναι διαθέσιμος τύπος, που σε κάνει να μη μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του, αυτός για τον οποίο κοντοστέκεσαι να θαυμάσεις, που τα θηλυκά τον γλυκοκοιτάζουν με μάτια λάγνα όλο υποσχέσεις και τα αρσενικά τον ζηλεύουν μέχρι το κόκαλο.

Στη δική μας γειτονιά και στο δικό μας μικρόκοσμο αυτός είναι ο Α., ο δικός μου Α.

Ήρθε στη ζωή μου λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2011.
Μόλις πριν λίγους μήνες είχα κι εγώ μετακομίσει στην πόλη και μην έχοντας αποκτήσει ακόμα φίλους, ενώσαμε κυριολεκτικά τις μοναξιές μας έκτοτε και γίναμε αχώριστοι.
Εδώ και δύο χρόνια περίπου, ζούμε κάτω από την ίδια στέγη.

Είναι η φαντασίωση κάθε θηλυκού καθώς είναι γεροδεμένος, ανοιχτόχρωμος, με κατάμαυρα μάτια, δικαίως κάνει τα κεφάλια να γυρνούν στο πέρασμά του και παρόλο που είναι χαμηλών τόνων και λιγομίλητος, όλο και κάποια δικαιολογία βρίσκουν τα θηλυκά για να τον προσεγγίσουν.
Στην αρχή ίσως και να ψιλοζήλευα που γυρνούσαν το κεφάλι τους να τον κοιτάξουν, συνήθισα όμως και πλέον διασκεδάζω κιόλας με την ευρηματικότητά τους, προκειμένου να τραβήξουν την προσοχή του.
Τι σου είναι αυτές οι γυναίκες, άπαξ και βάλουν κάποιον στο μάτι, δεν λογαριάζουν τίποτα παρά μόνο το πώς θα τον αποκτήσουν.

Το σωστό αρσενικό όμως, είναι αυτό που σου χαϊδεύει τις ανασφάλειες μέχρι να φύγουν εντελώς και περπατά περήφανα στο πλάι σου, κάνοντάς σε να νιώθεις ξεχωριστή και να απολαμβάνεις τις στιγμές που είστε μαζί.

Το καλοκαίρι δεν είναι η αγαπημένη εποχή του αγαπημένου μου.
Δυσφορεί με τη ζέστη και παρόλο που τον ταλαιπωρεί να κάθεται στον ήλιο ακόμα και κάτω από την ομπρέλα, δεν μου χαλάει ποτέ χατίρι και με συνοδεύει αδιαμαρτύρητα κάθε φορά που θέλω να πάω στην παραλία.

Κάθεται πάντα δίπλα μου, γιατί ο Α. δεν είναι ο τύπος του αρσενικού που θα σε ξεχάσει στις ξαπλώστρες και θα περάσει την ώρα του στο μπαρ βαθμολογώντας μαγιό με τους φίλους του.
Ούτε είναι αυτός που θα αφήσει να σε πλησιάσουν άγνωστοι πλασιέ της παραλίας ή καμάκια.
Μαζί του νιώθεις σιγουριά και ασφάλεια.
Έχουμε περάσει ήδη δύο καλοκαίρια παρέα κι αυτός εξακολουθεί να είναι ένας γνήσιος ιππότης, πράγμα τόσο σπάνιο στην εποχή μας.

Μιας και η πόλη μας είναι παραθαλάσσια και επαρχιακή, απολαμβάνουμε καθημερινές βόλτες είτε δίπλα στη θάλασσα είτε στη φύση.
Έχει έναν μοναδικό τρόπο ο Α. να επικοινωνεί σιωπηλά με τα στοιχεία της φύσης. Πολλές φορές παρατηρώντας το πόσο ήρεμος είναι, νιώθω ότι μου διδάσκει ζεν.

Το ίδιο ήρεμος είναι και όταν κοιμάται.
Γαλήνια σαν παιδί, δεν θέλει και πολύ να αποκοιμηθεί.
Όπου κι αν κάθεται, όποια ώρα της ημέρας κι αν είναι, έναν υπνάκο δεν το έχει σε τίποτα να τον πάρει.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δε με έχει έγνοια.
Δεν χρειάζεται καν να φωνάξω το όνομά του, γιατί όταν τον χρειαστώ εκείνος με έχει καταλάβει τηλεπαθητικά και είναι πάντα εκεί στο πλάι μου.

Οι τρόποι επικοινωνίας μας είναι πραγματικά συγκινητικοί.
Αρκεί να κοιταχτούμε έντονα στα μάτια και ξέρουμε τι πρέπει να κάνει ο ένας για τον άλλον.
Σπανίζουν στις μέρες μας τέτοιες ειλικρινείς, δυνατές κι έντονες σχέσεις.

Δεν φοβάμαι να παραδεχθώ ότι τον αγαπώ τόσο πολύ, που πονάει.
Νιώθω ότι κι εκείνος έχει αισθήματα για μένα κι ας μη μου τα έχει εκφράσει ποτέ.
Ξέρω ότι είμαστε διαφορετικοί και ότι η σχέση μας έχει ημερομηνία λήξης, αποφεύγω όμως να σκέφτομαι το μέλλον δίχως αυτόν στο πλάι μου.

Προτιμώ να ζούμε ευτυχισμένοι το παρόν που έχουμε, όσο και όπου, αυτό μας οδηγήσει.

Τώρα που το θυμήθηκα, πρέπει να κοιτάξω και το βιβλιάριο υγείας του, έχει να κάνει ένα ακόμα εμβόλιο καθώς και μία ακτινογραφία ισχύων.
Προβλέπονται τέτοιου είδους εξετάσεις προκειμένου να προληφθούν τυχόν γενετικές ανωμαλίες και είμαι διατεθειμένη να κάνω οτιδήποτε χρειαστεί, για να είναι σε άριστη φυσική κατάσταση το τέλειο αρσενικό μου, το chow chow μου, ο Ajax (Άγιαξ)!


Πηγή: www.eyedoll.gr

Κουρικουλούμ βιτά;


Πριν από λίγο καιρό, στη μικρόπολη όπου έχω συναισθηματικά μεταναστεύσει αφήνοντας πίσω τη μεγάλη πόλη και την καλή εργασία, έγινε μία προκήρυξη του ΟΑΕΔ για επιδοτούμενα σεμινάρια τουριστικού περιεχομένου.

Τα ζητούμενα.
Βασική λυκειακή μόρφωση (είχα περισσότερη), ξένη γλώσσα: αγγλική (γνωρίζω περισσότερες), ηλικιακά όρια: ήμουν εντός.
Οπότε κατάθεσα την προαίτηση, πιστεύοντας ότι ίσως η τύχη τελικά να με έφερε εδώ για να ξεκινήσω νέα καριέρα.

Εννοείται πως έγινα δεκτή στην προαίτηση, ακολούθησε η αίτηση συνοδευόμενη από πρωτότυπα, φωτοτυπίες, μεταφράσεις πτυχίων, επικυρωμένες φωτοτυπίες όλων και όλα αυτά ξανά επικυρωμένα και σφραγισμένα από τη γραμματεία της επιτροπής με την οποία θα γινόταν συνάντηση για μία προσωπική συνέντευξη, προς ολοκλήρωση της εικόνας του υποψήφιου.
Απύθμενη Ελληνική γραφειοκρατία, παραμένεις πάντα και παντού ίδια να ταλαιπωρείς τον κόσμο με τη χαρτομανία σου. 

Όχι κομπάζοντας αλλά κοπιάζοντας, έχω καταφέρει να δημιουργήσω ένα βιογραφικό γεμάτο γλώσσες, γνώσεις κι εμπειρίες.
Γνωρίζω τον εαυτό μου, τις δυνατότητές μου, δεν πτοούμαι εύκολα, έχω πείσμα, υπομονή και επιμονή και δεν το βάζω στα πόδια με την πρώτη αναποδιά.
Αυτά ακριβώς απεικονίζει και το βιογραφικό μου.
Δεν με τρομάζουν οι συνεντεύξεις, κατέχω το επικοινωνιακό παιχνίδι κι έχω βρεθεί στη θέση του συνεντευξιαζόμενου απέναντι σε κάθε λογής πιθανούς εργοδότες.
Πάντα στον ιδιωτικό τομέα.

Η συνέντευξη είναι όπως το ραντεβού στα τυφλά.
Πας και δεν ξέρεις τι θα σου προκύψει.
Άλλοτε έχεις μεγάλες προσδοκίες που καταρρίπτονται από τα πρώτα κιόλας λεπτά κι άλλες φορές πηγαίνεις για την πλάκα σου και σου προκύπτει διά βίου σχέση.

Η ημέρα της δικής μου πολυαναμενόμενης συνέντευξης, ήρθε.
Παρόλο που σε αυτή τη μικρόπολη τα πάντα είναι υποτυπώδη, οι επιλογές απειροελάχιστες έως ανύπαρκτες και οι συνθήκες πολύ διαφορετικές από ό,τι είχα συνηθίσει χρόνια τώρα, δεν τα άφησα να επηρεάσουν την επαγγελματική μου συμπεριφορά. Προετοιμάστηκα όπως ακριβώς θα έκανα για συνέντευξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.
Φόρεσα ένα από τα εργασιακά μου ενδύματα, έκανα διακριτικό μακιγιάζ και χτένισμα και πήγα λίγο νωρίτερα από την προκαθορισμένη ώρα της συνάντησης.

Εκεί λοιπόν, τα είδα όλα. 
Σαν να μπήκα σε χρονοκάψουλα και να βρέθηκα κάπου αλλού στο χωροχρόνο. 

Ήταν μέρα μεσημέρι, αρχές Οκτωβρίου και στην αίθουσα αναμονής του σχολείου που ήταν ο χώρος που μας φιλοξενούσε, κάποιες άλλες υποψήφιες ήρθαν φορώντας, η μία μπότα μέχρι το γόνατο, η άλλη γόβα μπουζουκιών, σχεδόν όλες μίνι μέχρι τον ομφάλιο λώρο, μακιγιάζ αψεγάδιαστο extra vagance plus και μαλλιά τόσο κομμωτηρίου και φρεσκολακαρισμένα, που η μυρωδιά από τη λακ έφτανε εκεί που καθόμουν.
Όπως επίσης και κάποιας άλλης η μυρωδιά, η οποία δυστυχώς δεν φορούσε καν αποσμητικό.
Στην πλειοψηφία τους μασούσαν και τσίχλα.  

Αναρωτήθηκα εάν είχα βρεθεί κατά λάθος, σε κάποια από τις επαρχιακές ακροάσεις των τηλεοπτικών εκπομπών ανεύρεσης μουσικών ταλέντων. 
Άντρες δεν είδα.
Ίσως εδώ η σχέση τους με τον τουρισμό, εξακολουθεί να έχει χαρακτήρα «Άναμπελ στάσου, μύγδαλα!».

Η επιτροπή που περίμενα να αντικρύσω, πίστευα ότι θα ήταν μερικά άτομα, γνώστες του αντικειμένου χάριν του οποίου βρισκόμασταν εκεί, με δυνατότητα αμερόληπτης αντικειμενικής αξιολόγησης και επικοινωνίας.
Αυτό όμως που αντίκρισα μπαίνοντας στο χώρο της συνέντευξης, με ξεπέρασε, όπως ξεπέρασε και τα πιο ακραία μου σενάρια. 

Καθισμένοι σε ένα φθαρμένο σχολικό ξύλινο πράσινο θρανίο, από αυτά τα μονοκόμματα παλαιού τύπου, βρίσκονταν δύο τύποι, ο τουριστικοεπιχειρηματίας και ο μεγαλοχασάπης του μικρότοπου.
Ο ένας ήταν αφρατούλης, πολύ μελαχρινός και τριχωτός, ήθελε επειγόντως κούρεμα και φορούσε καρό πουκάμισο ανοιχτό μπροστά, ώστε να φαίνεται η χρυσή αλυσίδα πάνω στο σκούρο τρίχωμα που ανέβαινε ως το λαιμό και μέσα από το κενό των κουμπιών του, που μετά βίας κρατιόνταν στην κουμπότρυπα, φαινόταν το λευκό του φανελάκι.

Ο άλλος, κυριολεκτικά παρά τρίχα καραφλός κι αξύριστος, είχε τόσο λίπος πάνω στο πρόσωπο του, που ήταν αρκετό για να σε κάνει να απομακρύνεις το λάδι και το βούτυρο για λίγο καιρό από τη διατροφή σου.
Του έλειπαν και μερικά δόντια (έχω θέμα με τα χαμόγελα που φανερώνουν "ξέφωτα").

Τους καλησπερίζω, κάθομαι απέναντί τους και ξεκινά η τραγελαφική συνέντευξη.
-Αφρατούλης (διαβάζει συλλαβίζοντας): «κουρικουλούμ βιτά;».
-Εγώ (όχι βούτυρο βιτάμ): «Μάλιστα, curriculum vitae, βιογραφικό σημείωμα».
-Αφρατούλης (κοιτώντας με έντονα κι αδιάκριτα): «Είστε Ελληνίδα;».
-Εγώ (φσσστ μπόινγκ): «Ό,τι γράφει το βιογραφικό μου».
-Αφρατούλης (με υφάκι): «Είναι στα Αγγλικά».
-Εγώ (ουφ "Λόλα, να ένα μήλο"): «Ακολουθεί και στα Ελληνικά, γυρίστε τη σελίδα».
-Παρά τρίχα καραφλός (με τοπική προφορά που ακόμα δυσκολεύομαι να καταλάβω): «Δεν είσ' απί 'δω;».
-Εγώ (i beg your pardon?): «H προκήρυξη του ΟΑΕΔ απευθύνεται σε ανέργους πανελλαδικά».
-Αφρατούλης: «Έχετε πολλές γνώσεις, πολύ περισσότερες από αυτές που ζητάμε, μιλάτε και τόσες γλώσσες».
-Εγώ: «Θεωρείτε μειονέκτημα τις ξένες γλώσσες για τον τομέα των τουριστικών επαγγελμάτων;».
-Αφρατούλης: «Δεν χρειάζονται πολλά-πολλά, λίγα Εγγλέζικα θέλουν οι ξένοι, τα βασικά, αυτοί όλη μέρα αραχτοί στην παραλία είναι».

Δεν κράτησε πολύ η συνάντησή μας.
Ούτε και με επέλεξαν για τα σεμινάρια, ούτε είχαν τη βασική ευγένεια να με ενημερώσουν σχετικά. 
Με δική μου πρωτοβουλία έμαθα πως προτίμησαν δικά τους άτομα, γνωστές γνωστών τους, που έμεναν στο μικρότοπο από πάντα, καταλάβαιναν την τοπική διάλεκτο, μιλούσαν και λίγα Εγγλέζικα και αντιμετώπιζαν τους τουρίστες όπως αυτοί, σαν τα απρόσωπα πρόβατα που είναι όλη μέρα στην παραλία και τους αφήνουν χρήματα ως ευχαριστώ, για τον ήλιο και τη θάλασσα τους.
Καθένας κερδίζει ό,τι του αξίζει.

Όσο για μένα, ξεκίνησα τελικά άλλη καριέρα, αυτή της μητρότητας.




Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο www.eyedoll.gr

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Εγώ το ξέρω: είσαι η μητέρα μου



Η μητέρα μου ήταν ανέκαθεν ο ορισμός της γυναίκας.

Περήφανη, όμορφη,  δυναμική, ευρηματική, αφοσιωμένη στην οικογένειά της, απλή και σοφή μαζί, με πληθώρα γνώσεων, που θα έλεγε κανείς ότι είχε φοιτήσει σε πολλά και διάφορα σχολεία, ενώ στην ουσία δεν είχε παρά ελάχιστη σχολική μόρφωση, αλλά ήταν ιδιαίτερα παρατηρητική.

Τίποτα δεν της χαρίστηκε, κόπιασε μα κατάφερε να κατακτήσει όλα όσα απέκτησε στη ζωή της.
Είχε πάντα τόση θέληση και τέτοιο πείσμα, που δεν πέρασε στιγμή από το μυαλό μου ότι θα έφτανε η μέρα που η εικόνα της αυτή θα ανατρεπόταν ολοκληρωτικά.

Συχνά αναρωτιόμασταν με τον πατέρα μου, πώς θα είχε εξελιχθεί η κατάστασή της εάν είχαμε δώσει κάποτε μεγαλύτερη σημασία σε μικρές λεπτομέρειες, που όταν συνέβαιναν εμείς τις αντιμετωπίζαμε με χαμόγελο.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριβώς άρχισαν όλα και δυστυχώς δεν διαθέταμε τη γνώση, αλλά ούτε και τη σχετική ενημέρωση, για να καταλάβουμε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Θυμάμαι ένα απόγευμα, είχαμε κανονίσει με τη μαμά μου να συναντηθούμε και θα έπαιρνε ταξί να έρθει να με βρει στον τόπο του ραντεβού κοντά στο γραφείο μου. Μου έκανε εντύπωση, όταν απαντώντας στην κλήση που δέχτηκα στο κινητό μου λίγη ώρα πριν την προκαθορισμένη συνάντησή μας, ήταν ο αστυφύλακας υπηρεσίας του γειτονικού αστυνομικού τμήματος που με ενημέρωνε ότι ήταν εκεί η μητέρα μου παρακαλώντας τον να με καλέσει να πάω να την παραλάβω από το τμήμα, διότι δεν θυμόταν πού ακριβώς ήταν το γραφείο μου.

Όταν αργότερα μείναμε οι δυο μας, η αδαής αστειεύτηκα ότι με τέτοιο κούκλο αστυνομικό κι εγώ θα είχα προσποιηθεί μερική απώλεια μνήμης.
Και το συμβάν έκλεισε εκεί.

Μία άλλη φορά πάλι που οι γονείς μου είχαν ραντεβού στο φυσιοθεραπευτή, προκειμένου να παρκάρει το αυτοκίνητο ο πατέρας μου, την άφησε στην είσοδο του ιατρείου ζητώντας της να τον περιμένει εκεί για να ανέβουν μαζί στο γιατρό.
Όταν όμως έφτασε, εκείνη δεν ήταν εκεί, ούτε είχε ανέβει μόνη της.

Έντρομος άρχισε να την αναζητά στους γύρω δρόμους χωρίς αποτέλεσμα και μετά από αρκετή ώρα γυρίζοντας άπραγος κι απογοητευμένος στο σπίτι, τη βρήκε εκεί.
Τη ρώτησε τι είχε συμβεί και εκείνη του απάντησε ότι το μόνο που θυμόταν ήταν πως βρέθηκε έξω στο δρόμο μόνη της χωρίς να ξέρει το γιατί και σκέφτηκε να γυρίσει σπίτι της.
Έτσι, περπάτησε περίπου πέντε χιλιόμετρα με το ήδη καταπονημένο από την (επίσης πρώιμη) οστεοπόρωση σώμα της, προκειμένου να επιστρέψει στη σιγουριά και την ασφάλεια του σπιτιού της.

Σε κάποια στιγμή ήρθαν οι εξετάσεις και η γνωμάτευση: η μαμά μου είχε άνοια, την  ασθένεια της τρίτης ηλικίας.
Διπλά άτυχη, αφού η ασθένεια εκδηλώνεται συνήθως σε άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών, αλλά υπάρχει και μία μικρή ομάδα ανθρώπων που εμφανίζουν συμπτώματα πριν από αυτή την ηλικία, όπως συνέβη και με τη μαμά μου.

Συνηθέστερο είδος άνοιας η νόσος Αλτσχάιμερ με ποσοστό 50% των πασχόντων.
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να βοηθήσει τον περίγυρο του ατόμου να προγραμματίσει το μέλλον και να του διασφαλίσει ποιότητα ζωής.
Θεραπεία δυστυχώς δεν υπάρχει, παρακολουθεί κανείς μέρα με τη μέρα τον εκφυλισμό οικείων άτυχων προσώπων.

Εμείς αγνοήσαμε τα ήπια πρώτα συμπτώματα της άνοιας της μητέρας μου και χωρίς να το καταλάβουμε, βρεθήκαμε ξαφνικά αντιμέτωποιμε έναν διαφορετικό άνθρωπο, που έβαλε στην άκρη τα κοινωνικά «πρέπει» και προέβαλε μόνο τις ανάγκες του.
Όπως ακριβώς κάνουν τα παιδιά που νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους, με περισσότερη κυκλοθυμική διάθεση και στιγμές αναλαμπής.

Μετά την εξασθένηση της μνήμης και τα προβλήματα προσανατολισμού της, σταδιακά έπαψε να φροντίζει τον εαυτό της, να παίρνει αποφάσεις και να έχει γνώμη. Αφού απέκτησε διαταραχές στη σκέψη και το λόγο κι έχοντας διανύσει κατά γράμμα όλα τα εξελικτικά στάδια της νόσου, πλέον δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί σε όλα τα επίπεδα.

Αφανής ήρωας και φροντιστής της ο μπαμπάκας μου, που έγινε για μένα μπαμπάς και μαμά μαζί και είναι στο πλευρό της συντρόφου του, φροντίζοντας και εξυπηρετώντας την εξ ολοκλήρου και αδιαμαρτύρητα, από την πρώτη στιγμή που τον χρειάστηκε, δεκαπέντε χρόνια τώρα.

Έπαψα καιρό τώρα να θλίβομαι στη θέα γυναικών μεγαλύτερων από τη μαμά μου, αλλά με άριστη ψυχοσωματική κατάσταση.
Μπορεί εκείνη να μη μπόρεσε να συμμετέχει ενεργά σε κανένα από τα σημαντικά γεγονότα της ζωής μου, αλλά όταν το μυαλό της «είναι εδώ», ξέρω ότι νιώθει περήφανη και χαίρεται για μένα.

Δεν θέλω να μπω στην υποθετική διαδικασία να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή όλων μας και κυρίως η δική της χωρίς την άνοια.
Αποδέχτηκα την πραγματικότητα χωρίς να ελπίζω σε θαύματα και ευχαριστώ κάθε ημέρα που ξημερώνει, έχοντας μαζί μας αυτή τη γυναίκα με το απλανές βλέμμα πίσω από τα γυαλιά, νιώθοντας ευγνωμοσύνη που με έφερε στη ζωή, που ήταν και παραμένει πάντα η μητέρα μου.

πηγή: http://www.eyedoll.gr/ngine/article/2107/%CE%B5%CE%B3%CF%8E-%CF%84%CE%BF-%CE%BE%CE%AD%CF%81%CF%89-%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%BC%CE%BF%CF%85

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Να μη σου τύχει τέτοια αχάριστη πατρίδα



Βρίσκονται ανάμεσά μας, όλες τις εποχές του χρόνου.   

Ξένοι περιηγητές, με κορμιά γερασμένα αλλά ψυχές νεανικές και ταξιδιάρες, που όντας λιγότερο οικονομικά προνομιούχοι, αναγκάστηκαν να εργαστούν σκληρά μία ολόκληρη ζωή για τα προς το ζην τους, με σκοπό να φτάσουν στην απαραίτητη συντάξιμη ηλικία για να χαρούν και τα ευ ζην.   

Δεν περιμένουν να είναι καλοκαίρι για να κάνουν τουρισμό, τους συναντάμε στις πιο διαφημισμένες περιοχές της χώρας και του πλανήτη, να γεύονται στο έπακρο την ηρεμία, τη χαλάρωση και την δια βίου μάθηση, όλα τα συνεπακόλουθα μιας υγιούς συνταξιοδότησης δηλαδή.   

Ούτε η προχωρημένη ηλικία, ούτε και διάφορα πιθανά προβλήματα υγείας, είναι ικανά να βάλουν φρένο στο όνειρο. Ταξιδεύουν ακόμα και σε αναπηρικά αμαξίδια, ακομπλεξάριστοι, πάντα χαμογελαστοί, ευδιάθετοι και πρόθυμοι να μάθουν να λένε «καλημέρα- τι κάνεις- ευχαριστώ- και γεια μας».   

Κάνουν γνωριμίες, φλερτάρουν, παρακολουθούν μαθήματα ζωγραφικής, αγγειοπλαστικής, ανθοκομίας, πηγαίνουν κρουαζιέρες, ρουφούν ως το μεδούλι τις στιγμές των νιάτων που δεν έζησαν, αλλά απέκτησαν. Τα χρόνια της συνταξιοδότησης είναι ιερά και αναφαίρετα για τον καθένα.    

Βέβαια υπάρχουν και «οι άλλοι», αυτοί που είχαν ανέκαθεν την ευχέρεια χρόνου και χρήματος. Οι εισοδηματίες και οι οικονομικά ανεξάρτητοι -είτε από τύχη, είτε από συγκυρίες- που δεν περίμεναν 65 χρόνια για να γευθούν τις απολαύσεις της ζωής. Αυτούς θα τους προσπεράσουμε για σήμερα.   

Θα σταθούμε στους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, όλους αυτούς που λίγο πολύ υπάρχουν στην καθημερινότητα, τον οικογενειακό ή τον ευρύτερο κύκλο κάθε ενός από εμάς.  
Ένας υπάλληλος, κάποιος εργάτης, ανθρώπους του μόχθου και του μεροκάματου που η ζωή και η τύχη δεν τους χαμογέλασαν κι έτσι αναγκάστηκαν να εργάζονται σκληρά ξεκινώντας από νωρίς το πρωί για τη δουλειά τους και να κάνουν διπλοβάρδιες και νυχτοκάματα, για να αυξήσουν το εισόδημά τους.  

Άνθρωποι ταπεινοί που άφηναν πίσω στο σπίτι τους τις λέξεις «αξιοπρέπεια, θέλω, δικαιούμαι» και παρά τις βροχές, τα χιόνια, τα λιοπύρια, ήταν εκεί στο πόστο τους καθημερινά και ανέχονταν υπομονετικά τον κυκλοθυμισμό του κάθε εκάστοτε εργοδότη ή εξουσιολάγνου κομπλεξικού προϊστάμενου, προκειμένου να διεκδικήσουν το μεροκάματο και να κερδίσουν με μόχθο κι αξιοπρέπεια το μισθό τους.  Με το φόβο μιας ξαφνικής κι απρόσμενης απόλυσης να αιωρείται πάνω από το κεφάλι τους και να μην τους επιτρέπει κάθε είδους ανοίγματα και σπατάλες.  Μία συνετή και φρόνιμη ζωή, χωρίς περιττά λούσα και σπατάλες. 

Τις παρακρατήσεις των δεδουλευμένων της στερημένης τους ζωής, τις εμπιστεύτηκαν στο κράτος τους κι αυτό δεσμεύτηκε να τους τις επιστρέψει μετά το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, υπό την μορφή μηνιαίου εισοδήματος, δηλαδή τη γνωστή σε όλους μας σύνταξη.   

Τι νιώθει άραγε ο μελλοντικός συνταξιούχος, όταν επιτέλους φτάνει και γι' αυτόν η στιγμή που θα καταθέσει τα απαραίτητα έγγραφα για να αποσυρθεί και να συνταξιοδοτηθεί; Θα έχει χαρά όμοια με αυτή των μαθητών φαντάζομαι στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς ή τη λαχτάρα των φυλακισμένων που επανεντάσσονται λόγω καλής συμπεριφοράς.   

Λογικά, θα είναι ακόμα μεγαλύτερη, αφού θα εμπεριέχει παραίτηση από την καθημερινή αναγκαστική ρουτίνα του. Μαζί με ανακούφιση. Αυτό το γλυκόπικρο συναίσθημα του να είναι κανείς ελεύθερος, με περίσσιο χρόνο για τον εαυτό του, τα χόμπι του και όλα όσα δεν πρόφταινε ή δεν μπορούσε να κάνει όλα αυτά τα χρόνια που εργαζόταν.  
Σημαντικότερο όλων, θα έχει το χρήμα για να τα κάνει.   

Όλα αυτά θα μπορούσαν να συμβαίνουν σε ένα ιδανικό κράτος που αγκαλιάζει με φροντίδα τους πολίτες του και αυτοί νιώθουν σιγουριά και ασφάλεια σε αυτό. Όχι όμως στο δικό μας.   

Η σύγχρονη Ελλάδα που μέρα με την ημέρα καταρρέει όλο και περισσότερο, έκανε μία απαράδεκτη κίνηση που δεν χαρακτηρίστηκε ούτε αντισυνταγματική, ούτε παράνομη, ούτε καταχρηστική. Στη χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία, την πατρίδα του Σόλωνα και του Σωκράτη, κάποιοι ευφυείς αποφάσισαν να περικόψουν μαζί με άλλα πολλά, τους κόπους και τα δεδουλευμένα των συνταξιούχων πολιτών της.  
Ξανά και ξανά.  
Αδιαπραγμάτευτα. 
Ανεξαιρέτως ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα.   
Δεν τους ρώτησαν εάν και πώς θα επιβιώσουν.  
Δεν μερίμνησαν να τους παρέχουν ως αντάλλαγμα μειωμένα τιμολόγια στις ΔΕΚΟ, καλύτερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ίσως κάποια βοήθεια στο σπίτι, στους πιο ανήμπορους. Αντιθέτως, τους υποχρέωσαν να καλούν με υπερχρεώσεις στα ίδια πενταψήφια νούμερα που η τηλεφωνήτρια…ιερόδουλη, παρέχει τηλεφωνικά αγοραίο έρωτα, για να κλείσουν ένα ραντεβού με το γιατρό τους.   

Τι κι αν πλέον η σύνταξη αυτή συντηρεί ολόκληρα νοικοκυριά ανέργων νεοελλήνων, η τακτική του κράτους πρόνοιας είναι αμείλικτη: «ήσασταν χρήσιμοι όσο υπήρξατε παραγωγικοί, τώρα αδειάστε μας το χώρο».   
Ένας συνταξιούχος απαγχονίστηκε ως ένδειξη διαμαρτυρίας.  Ένας άλλος επίσης.  
Ποιος ξέρει πόσοι ακόμα, για τους οποίους δεν μαθαίνουμε από τα τραγικά ΜΜΧΕ-μέσα μαζικής χειραγωγίας.    

Πόσα μπορούν να αντέξουν οι κουρασμένες αυτές ψυχές που δεν αντιμίλησαν, δεν αντιστάθηκαν, δεν σήκωσαν ποτέ το ανάστημά τους, με την ελπίδα ότι τουλάχιστον θα απολαύσουν τα χρόνια της σύνταξής τους; Πόση θρασυδειλία και τρομοφοβία χρειάστηκαν οι ιθύνοντες για να αρπάξουν σαν σύγχρονοι πειρατές τους κόπους αυτών των ανθρώπων μέσα από τα ίδια τους τα χέρια, αφήνοντάς τους με την απορία χαραγμένη στα ρυτιδιασμένα τους πρόσωπα;   

Μετά την επανάσταση του 1821 η μόνη μεγάλη εξέγερση που έκαναν οι Έλληνες ήταν για να επαναποκτήσουν το δικαίωμα του καπνίζειν σε δημόσιους χώρους.  Θίχτηκαν περισσότερο από το να μην καπνίζουν, παρά από το να μην αναπνέουν.   

Και η ζωή συνεχίζεται...  





πηγή : www.eyedoll.gr

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Πότε χάσαμε τους καλούς μας τρόπους;


Ανέκαθεν μου άρεσαν οι παλιές ασπρόμαυρες και ευχάριστες Ελληνικές ταινίες.   
Αυτές που ξεκινούν με τον αφηγητή να κάνει έναν πρόλογο για την ιστορία που θα ακολουθήσει, ενώ ταυτόχρονα προβάλλονται γενικότερα πλάνα της πόλης, η οποία είναι κυρίως η Αθήνα και καταλήγουν στους πρωταγωνιστές, που πάντα έχουν δισύλλαβα υποκοριστικά για ονόματα, τύπου Ντίνος, Λάκης, Μπέμπα και Λέλα και είναι είτε φτωχοί πλην τίμιοι, είτε πλούσιοι και δίκαιοι.   

Ο εργοδότης πάντα είναι ο "κύριος διευθυντής" και η υπηρέτρια λίγο ατακτούλα με καταγωγή πάντα από την επαρχία. 
Όλοι οι ηθοποιοί έχουν μία προσεγμένη άρθρωση και μαζί "τσιμπημένη" προφορά, που δεν έχω ακόμα καταλάβει εάν πρόκειται για τρικ της εποχής ή απλά για έλλειψη καθηγητών ορθοφωνίας.  
Και φυσικά, στις περισσότερες σκηνές υπάρχει πάντα η σκιά του μικροφώνου πάνω από τα κεφάλια των ηθοποιών.   

Τις παρακολουθώ ανελλιπώς αυτές τις ταινίες και ουδέποτε ένιωσα να με κουράζει η επανάληψή τους. Ίσα-ίσα, που με χαλαρώνουν κι ενώ γνωρίζω ήδη την έκβαση κάθε μίας από αυτές, σε κάθε επανάληψή της συμπαρασύρομαι και την παρακολουθώ, λες και πρόκειται να αλλάξει κάτι στο υπάρχον τέλος.   

Τι είναι όμως αυτό που κάνει τις παλιές Ελληνικές ταινίες ακαταμάχητες και κυρίως διαχρονικά ευχάριστες, ακόμα και στην τριακοστή έβδομη επαναπροβολή τους;    

Στις ταινίες αυτές έχει καταγραφεί η καθημερινότητα και ο σφυγμός μιας εποχής, που όσο κι αν την αναζητήσουμε στο παρόν, απλά δεν υπάρχει. Από τη μνήμη μου περνούν στιγμιότυπα, ατάκες και εικόνες, μέσα από τα οποία έχω καταφέρει να "δω" την πόλη μου την Αθήνα, με διαφορετικά μάτια.  
Μία εποχή που σίγουρα είχε τα δικά της προβλήματα, αλλά δείχνει ξεκάθαρα ότι ήταν πιο ειλικρινής, πιο ανθρώπινη, πιο κόσμια.   
Δεν χρειάζονταν βρισιές για να προκαλέσουν αβίαστο γέλιο στους θεατές, οι διάλογοι ήταν έξυπνοι και τα φιλιά δίνονταν με φειδώ και μόνο στην τελευταία σκηνή της ταινίας. Ακόμα κι αν ήταν στριμωγμένοι σαν σαρδέλες στα μέσα μαζικής μεταφοράς άγνωστοι άνθρωποι, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης και μόρφωσης, μιλούσαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας πληθυντικό ευγενείας.  
Οι κύριοι φορούσαν καπέλο το οποίο έβγαζαν στους κλειστούς χώρους ή όταν χαιρετούσαν κάποιον, ως ένδειξη σεβασμού.                                   

Οι δρόμοι ήταν σχεδόν πάντα χωρίς κίνηση, άδειοι από αυτοκίνητα και οι έχοντες "αμάξι" θεωρούνταν οικονομικά άνετοι. Έφτανε ένα μόνο εκατομμύριο για να είναι κάποιος εκατομμυριούχος κι αυτό από μόνο του σήμαινε πολλά, κάτι που καταλαβαίνουν καλύτερα όσοι πρόλαβαν κι έζησαν έστω και λίγο, τα χρόνια της δραχμής.     

Τα πάντα φαίνονταν πιο όμορφα, πιο καθαρά, πιο φροντισμένα κι ας μην ξεχνάμε ότι οι σκηνές ήταν κυρίως τραβηγμένες σε πραγματικούς χώρους, σπίτια, βίλες, παράγκες. 
Τα στούντιο εισήχθησαν αργότερα στον Ελληνικό κινηματογράφο, μαζί με το technicolor.                             
Τα καλοκαίρια μύριζαν Αττικές παραλίες, γίνονταν παρέες κάθε Κυριακή και νωρίς το πρωί στοιβάζονταν στο λεωφορείο ή το φορτηγό κάποιου από τη γειτονιά, για να πάνε για μπάνιο. Μπάνιο αυτούσιο, στην παραλία μετά αντικατάσταση του βρεγμένου σοβαρού μαγιό με στεγνά ρούχα πίσω από το σεντόνι και επιστροφή.  
Δεν υπήρχε χασομέρι για ηλιοθεραπεία, η Κυριακή ήταν η μόνη ημέρα της εβδομάδας που δεν εργάζονταν ή δεν πήγαιναν σχολείο και την διέθεταν εξ’ ολοκλήρου στον εαυτό τους. 

Σε κάποιες ταινίες οι διακοπές είχαν χρώμα Αργοσαρωνικού και η Αίγινα, ο Πόρος, η 'Ύδρα και οι Σπέτσες, είναι τα νησιά που κυριολεκτικά αποθεώθηκαν.   

Οι καταστηματάρχες ήταν έμποροι με ήθος και στο πλάι τους είχαν συνήθως έναν παραγιό σωσμένο από το έλεος της φτωχής του μοίρας, που ερωτευόταν την όμορφη κόρη του αφεντικού-ευεργέτη του και η -υποτιθέμενη- μετά από χρόνια εικόνα του ζευγαριού με ένα παιδάκι να τρέχει δίπλα τους και ένα άλλο στο καρότσι που το σέρνει ο πανευτυχής παππούς, είναι σκηνή πάνω στην οποία έπεσε αρκετές φορές το γνωστό σε όλους μας "Τέλος".  

Πάντα υπάρχει ευχάριστο τέλος στις Ελληνικές ταινίες. Ένας γάμος μεταξύ φτωχών και πλούσιων, ήταν το έπαθλο για τους βιοπαλαιστές, τους βιομηχάνους, τους αδελφούς, που επιτέλους παντρεύονταν την επί χρόνια αγαπημένη τους, αφού πριν πάντρεψαν όλες τις αδελφές τους.   
Το τέλος ήταν γραμμένο πάντοτε ευφάνταστα και επανέφερε τους τότε θεατές των κινηματογραφικών αιθουσών στη δική τους πραγματικότητα, αφήνοντάς τους μία  σπίθα χαράς και αισιοδοξίας. Όπως ακριβώς ανάλαφρα κι αισιόδοξα νιώθουμε κι όλοι εμείς που τις παρακολουθούμε τόσα χρόνια μετά.    

Οι μικροί αυτοί θησαυροί της κουλτούρας μας, είναι η καταγεγραμμένη ασπρόμαυρη απόδειξη ότι οι Έλληνες υπήρξαν κάποτε ευγενείς, υπερήφανοι, τακτικοί, δανδήδες.  
Ότι είχαν καθαρή ψυχή κι έλεγαν αυτό που σκέφτονταν, ορμώμενοι από αγάπη για το συνάνθρωπο και με σκοπό να νουθετήσουν, όχι να προσβάλλουν.  
Δεν είχαν οικονομική άνεση, αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε από το να σέβονται τον εαυτό τους, τις αρχές τους και τον συνάνθρωπό τους, κάτι που κανείς δεν τους αμφισβητούσε.  
Η καλή χρήση της γλώσσας προερχόταν από το δημόσιο σχολείο, στο οποίο το τότε κράτος είχε δώσει σκοπό να διαπλάσει, να εκπαιδεύσει, να παιδαγωγήσει τα παιδιά του, τους αυριανούς πολίτες της χώρας του.   

Άραγε, πότε ακριβώς και πώς, χάθηκαν όλα αυτά στην πορεία; 
Πότε χάσαμε το savoir vivre μας;  
Μήπως φταίει το technicolor;


 Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο eyedoll.gr 



See more at: http://www.eyedoll.gr

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Μητέρα Τίγρη




Είχα διχαστεί με τις κριτικές που είχα διαβάσει για αυτό το βιβλίο μέχρι που έφτασε στα χέρια μου ως δώρο της πολυαγαπημένης μου φίλης Bλασίας, στο baby shower που κάναμε για την κόρη μου τον περασμένο Σεπτέμβριο λίγο πριν την γέννησή της... 'Ο,τι και να πω είναι λίγο, η σκέψη και η γραφή της Amy Chua είναι τόσο σωστά δομημένη, ειλικρινής και με σωστή απόδοση, οι σκέψεις της όσον αφορά στον τρόπο διαπαιδαγώγησης τόσο συμβατές με τις δικές μου που προσωπικά έφτασα στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει Ασιατικός και Δυτικός τρόπος διαπαιδαγώγησης παρά μόνο μητέρες που νοιάζονται για τα παιδιά τους και δυναμικές-διορατικές μητέρες που νοιάζονται για αυτά επιμένοντας!!!!!!!!!! 


Φίλες Μαμάδες ΑΥΤΟ Το Βιβλίο ΠΡΕΠΕΙ Να Το Διαβάσετε.... ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ!!!





[......Πολλά συγχαρητήρια και στις εκδόσεις Παπαδόπουλος καθώς και στην κα Άννα Παπασταύρου για το μεταφραστικό της έργο.]