Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Να μη σου τύχει τέτοια αχάριστη πατρίδα



Βρίσκονται ανάμεσά μας, όλες τις εποχές του χρόνου.   

Ξένοι περιηγητές, με κορμιά γερασμένα αλλά ψυχές νεανικές και ταξιδιάρες, που όντας λιγότερο οικονομικά προνομιούχοι, αναγκάστηκαν να εργαστούν σκληρά μία ολόκληρη ζωή για τα προς το ζην τους, με σκοπό να φτάσουν στην απαραίτητη συντάξιμη ηλικία για να χαρούν και τα ευ ζην.   

Δεν περιμένουν να είναι καλοκαίρι για να κάνουν τουρισμό, τους συναντάμε στις πιο διαφημισμένες περιοχές της χώρας και του πλανήτη, να γεύονται στο έπακρο την ηρεμία, τη χαλάρωση και την δια βίου μάθηση, όλα τα συνεπακόλουθα μιας υγιούς συνταξιοδότησης δηλαδή.   

Ούτε η προχωρημένη ηλικία, ούτε και διάφορα πιθανά προβλήματα υγείας, είναι ικανά να βάλουν φρένο στο όνειρο. Ταξιδεύουν ακόμα και σε αναπηρικά αμαξίδια, ακομπλεξάριστοι, πάντα χαμογελαστοί, ευδιάθετοι και πρόθυμοι να μάθουν να λένε «καλημέρα- τι κάνεις- ευχαριστώ- και γεια μας».   

Κάνουν γνωριμίες, φλερτάρουν, παρακολουθούν μαθήματα ζωγραφικής, αγγειοπλαστικής, ανθοκομίας, πηγαίνουν κρουαζιέρες, ρουφούν ως το μεδούλι τις στιγμές των νιάτων που δεν έζησαν, αλλά απέκτησαν. Τα χρόνια της συνταξιοδότησης είναι ιερά και αναφαίρετα για τον καθένα.    

Βέβαια υπάρχουν και «οι άλλοι», αυτοί που είχαν ανέκαθεν την ευχέρεια χρόνου και χρήματος. Οι εισοδηματίες και οι οικονομικά ανεξάρτητοι -είτε από τύχη, είτε από συγκυρίες- που δεν περίμεναν 65 χρόνια για να γευθούν τις απολαύσεις της ζωής. Αυτούς θα τους προσπεράσουμε για σήμερα.   

Θα σταθούμε στους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, όλους αυτούς που λίγο πολύ υπάρχουν στην καθημερινότητα, τον οικογενειακό ή τον ευρύτερο κύκλο κάθε ενός από εμάς.  
Ένας υπάλληλος, κάποιος εργάτης, ανθρώπους του μόχθου και του μεροκάματου που η ζωή και η τύχη δεν τους χαμογέλασαν κι έτσι αναγκάστηκαν να εργάζονται σκληρά ξεκινώντας από νωρίς το πρωί για τη δουλειά τους και να κάνουν διπλοβάρδιες και νυχτοκάματα, για να αυξήσουν το εισόδημά τους.  

Άνθρωποι ταπεινοί που άφηναν πίσω στο σπίτι τους τις λέξεις «αξιοπρέπεια, θέλω, δικαιούμαι» και παρά τις βροχές, τα χιόνια, τα λιοπύρια, ήταν εκεί στο πόστο τους καθημερινά και ανέχονταν υπομονετικά τον κυκλοθυμισμό του κάθε εκάστοτε εργοδότη ή εξουσιολάγνου κομπλεξικού προϊστάμενου, προκειμένου να διεκδικήσουν το μεροκάματο και να κερδίσουν με μόχθο κι αξιοπρέπεια το μισθό τους.  Με το φόβο μιας ξαφνικής κι απρόσμενης απόλυσης να αιωρείται πάνω από το κεφάλι τους και να μην τους επιτρέπει κάθε είδους ανοίγματα και σπατάλες.  Μία συνετή και φρόνιμη ζωή, χωρίς περιττά λούσα και σπατάλες. 

Τις παρακρατήσεις των δεδουλευμένων της στερημένης τους ζωής, τις εμπιστεύτηκαν στο κράτος τους κι αυτό δεσμεύτηκε να τους τις επιστρέψει μετά το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, υπό την μορφή μηνιαίου εισοδήματος, δηλαδή τη γνωστή σε όλους μας σύνταξη.   

Τι νιώθει άραγε ο μελλοντικός συνταξιούχος, όταν επιτέλους φτάνει και γι' αυτόν η στιγμή που θα καταθέσει τα απαραίτητα έγγραφα για να αποσυρθεί και να συνταξιοδοτηθεί; Θα έχει χαρά όμοια με αυτή των μαθητών φαντάζομαι στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς ή τη λαχτάρα των φυλακισμένων που επανεντάσσονται λόγω καλής συμπεριφοράς.   

Λογικά, θα είναι ακόμα μεγαλύτερη, αφού θα εμπεριέχει παραίτηση από την καθημερινή αναγκαστική ρουτίνα του. Μαζί με ανακούφιση. Αυτό το γλυκόπικρο συναίσθημα του να είναι κανείς ελεύθερος, με περίσσιο χρόνο για τον εαυτό του, τα χόμπι του και όλα όσα δεν πρόφταινε ή δεν μπορούσε να κάνει όλα αυτά τα χρόνια που εργαζόταν.  
Σημαντικότερο όλων, θα έχει το χρήμα για να τα κάνει.   

Όλα αυτά θα μπορούσαν να συμβαίνουν σε ένα ιδανικό κράτος που αγκαλιάζει με φροντίδα τους πολίτες του και αυτοί νιώθουν σιγουριά και ασφάλεια σε αυτό. Όχι όμως στο δικό μας.   

Η σύγχρονη Ελλάδα που μέρα με την ημέρα καταρρέει όλο και περισσότερο, έκανε μία απαράδεκτη κίνηση που δεν χαρακτηρίστηκε ούτε αντισυνταγματική, ούτε παράνομη, ούτε καταχρηστική. Στη χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία, την πατρίδα του Σόλωνα και του Σωκράτη, κάποιοι ευφυείς αποφάσισαν να περικόψουν μαζί με άλλα πολλά, τους κόπους και τα δεδουλευμένα των συνταξιούχων πολιτών της.  
Ξανά και ξανά.  
Αδιαπραγμάτευτα. 
Ανεξαιρέτως ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα.   
Δεν τους ρώτησαν εάν και πώς θα επιβιώσουν.  
Δεν μερίμνησαν να τους παρέχουν ως αντάλλαγμα μειωμένα τιμολόγια στις ΔΕΚΟ, καλύτερη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ίσως κάποια βοήθεια στο σπίτι, στους πιο ανήμπορους. Αντιθέτως, τους υποχρέωσαν να καλούν με υπερχρεώσεις στα ίδια πενταψήφια νούμερα που η τηλεφωνήτρια…ιερόδουλη, παρέχει τηλεφωνικά αγοραίο έρωτα, για να κλείσουν ένα ραντεβού με το γιατρό τους.   

Τι κι αν πλέον η σύνταξη αυτή συντηρεί ολόκληρα νοικοκυριά ανέργων νεοελλήνων, η τακτική του κράτους πρόνοιας είναι αμείλικτη: «ήσασταν χρήσιμοι όσο υπήρξατε παραγωγικοί, τώρα αδειάστε μας το χώρο».   
Ένας συνταξιούχος απαγχονίστηκε ως ένδειξη διαμαρτυρίας.  Ένας άλλος επίσης.  
Ποιος ξέρει πόσοι ακόμα, για τους οποίους δεν μαθαίνουμε από τα τραγικά ΜΜΧΕ-μέσα μαζικής χειραγωγίας.    

Πόσα μπορούν να αντέξουν οι κουρασμένες αυτές ψυχές που δεν αντιμίλησαν, δεν αντιστάθηκαν, δεν σήκωσαν ποτέ το ανάστημά τους, με την ελπίδα ότι τουλάχιστον θα απολαύσουν τα χρόνια της σύνταξής τους; Πόση θρασυδειλία και τρομοφοβία χρειάστηκαν οι ιθύνοντες για να αρπάξουν σαν σύγχρονοι πειρατές τους κόπους αυτών των ανθρώπων μέσα από τα ίδια τους τα χέρια, αφήνοντάς τους με την απορία χαραγμένη στα ρυτιδιασμένα τους πρόσωπα;   

Μετά την επανάσταση του 1821 η μόνη μεγάλη εξέγερση που έκαναν οι Έλληνες ήταν για να επαναποκτήσουν το δικαίωμα του καπνίζειν σε δημόσιους χώρους.  Θίχτηκαν περισσότερο από το να μην καπνίζουν, παρά από το να μην αναπνέουν.   

Και η ζωή συνεχίζεται...  





πηγή : www.eyedoll.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου